Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας

Κάποτε ήταν ένα τζιτζίκι και ένα μυρμήγκι. Το τζιτζίκι είχε φτιάξει τη φωλιά του στα κλαδιά ενός δέντρου ενώ το μυρμήγκι στις ρίζες του.
Ήταν καλοκαίρι και μόλις ανέτειλε ο ήλιος, το μυρμήγκι ξεκινούσε την εργασία του. Έβγαινε από τη φωλιά του και έψαχνε να βρει διάφορους σπόρους. Όταν έβρισκε κάποιον, τον φορτωνόταν στην πλάτη και τον μετάφερε στην φωλιά του όπου τον αποθήκευε. Μερικές φορές οι σπόροι ήταν τόσο μεγάλοι που έπρεπε να τους κομματιάσει πριν τους μεταφέρει και αυτό σήμαινε διπλάσιο κόπο για το μυρμήγκι. Ο εργατικός μας φίλος εργαζόταν από την ανατολή μέχρι την δύση του ηλίου.
Από την άλλη μεριά, το τζιτζίκι ξυπνούσε αφού είχε σχεδόν μεσημεριάσει. Έβγαινε από τη φωλιά του και αφού έτρωγε κάτι πρόχειρα, έπιανε το τραγούδι που μερικές φορές το συνέχιζε ακόμα και μετά τα μεσάνυχτα. Εκτός από το να τρώει και να τραγουδάει δεν έκανε τίποτα άλλο όλη μέρα. Τι όλη μέρα δηλαδή, τη μισή μέρα αφού όπως είπαμε ξυπνούσε το μεσημεράκι.
Έτσι περνούσαν οι μέρες η μία μετά την άλλη και ήρθε ο καιρός που έφυγε το καλοκαίρι και έδωσε την θέση του στο φθινόπωρο. Ο ουρανός συννέφιασε, ψιλή βροχή άρχισε να πέφτει και τα φύλλα των δέντρων ένα ένα ξεράθηκαν και έπεσαν στην γη.
Το μυρμήγκι, έχοντας αρκετές προμήθειες για να περάσει μέχρι την άνοιξη, καθόταν και απολάμβανε τον ήχο που έκαναν οι σταγόνες της βροχής καθώς έπεφταν πάνω στα ξερά φύλλα. Από την άλλη μεριά, το τζιτζίκι έψαχνε απεγνωσμένα να βρει κάτι να φάει αλλά δεν υπήρχε τίποτα αφού όλα τα φύλλα, όπως είπαμε, είχαν ξεραθεί. Μην αντέχοντας άλλο την πείνα, πήγε στον γείτονα του, στο μυρμήγκι, και του είπε:
- Καλέ μου γείτονα, σε παρακαλώ, δώσε μου κάτι να φάω γιατί όλα τα φύλλα έχουν ξεραθεί και δεν υπάρχει τροφή πουθενά.
- Καλά, όλο το καλοκαίρι τι έκανες; Ρώτησε το μυρμήγκι.
- Α! Το καλοκαίρι δεν πρόλαβα να μαζέψω τροφές γιατί είχα πολύ κέφι και τραγούδαγα όλη μέρα.
- Ε! Αφού τραγούδαγες το καλοκαίρι, ήρθε τώρα ο καιρός να χορέψεις, είπε το μυρμήγκι και γύρισε να δει κάτι αργοπορημένα πουλιά που πετούσαν προς το νότο.


Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Ο Γάτος και τα ποντίκια





Κάποτε, σ' ένα μεγάλο αρχοντικό σπίτι με πολλά δωμάτια, έμενε μια γριά. Το σπίτι ήτανε παμπάλαιο. Κανείς δεν το περιποιότανε πια κι οι τοίχοι του είχαν αρχίσει να ραϊζουν, οι σοβάδες να πέφτουν, τα πατώματα να σαπίζουν.
Η γρια, που έμενε σ' αυτό το παλιό αρχοντικό σπίτι, κρατούσε μόνο δυο δωμάτια ανοιχτά, όπου έμενε αυτή στο ένα και στο άλλο η υπηρέτριά της. Όλα τα άλλα δωμάτια τα είχανε κλειστά και δεν άνοιγαν ποτέ τις πόρτες και τα παράθυρά τους ούτε έμπαιναν ποτέ εκεί μέσα. 
Όπου στα κλεισμένα δωμάτια, έστησαν φωλιά δυο ποντίκια που, σιγά σιγά, έγιναν μια πολυάριθμη οικογένεια, στρατός ολόκληρος από ποντίκια, που αλώνιζαν εκεί μέσα. Κανείς δεν τα πείραζε και εκείνα νύχτα μέρα ροκάνιζαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους κι έγιναν όλα τετράπαχα. 
Μια μέρα, ένας γάτος του δρόμου, βρίσκοντας ανοιχτή την εξώπορτα του σπιτιού, μπήκε μέσα για να προφυλαχτεί από το κρύο και χώθηκε κάτω από το κρεβάτι της γριάς. 
Όταν τον είδε, την άλλη μέρα, η γριά χάρηκε που θα τον είχε και τον κράτησε. Ο γάτος καθώς περπατούσε αμέριμνος στο σπίτι, μια μέρα ανακάλυψε μια τρύπα η οποία οδηγούσε σε κάποιο άλλο δωμάτιο όπου ζούσαν τα ποντίκια. Καθώς τα ποντίκια έβγαιναν ανυποψίαστα από τη φωλιά τους αυτός τα καταβρόχθιζε. 
Κι επειδή τρώγοντας έρχεται η όρεξη, ο γάτος βγήκε, ένα άλλο βράδυ από το δωμάτιο της γριάς και άρχισε να τριγυρνάει στο απέραντο παμπάλαιο σπίτι. Στον πρώτο διάδρομο που μπήκε, αντίκρυσε κοπάδι ολόκληρο από ποντίκια και έπεσε απάνω τους με μανία. Εκείνα, συνηθισμένα όπως ήταν να μην τα πειράζει κανένας, άργησαν να καταλάβουν τον κίνδυνο που τα απειλούσε και ώσπου να κρυφτούνε στις τρύπες τους ο γάτος έφαγε αρκετά.
Πού να ξεκολλήσει τώρα ο γάτος από το διάδρομο. Η γρια τον έχανε, γιατί εκείνος μέρα-νύχτα παραφύλαγε στο διάδρομο για ποντίκια. 
Έπειτα, βρίσκοντας καμιά τρύπα σε κάποια πόρτα, μπήκε και σ' ένα δωμάτιο, κι από κει σε άλλο κι έτρωγε τόσα ποντίκια, όσα δεν είχε φάει σε όλη του τη ζωή κανένας γάτος, σ΄ όλο τον κόσμο! 
Σιγά-σιγά όμως ξύπνησαν και τα ποντίκια και κατάλαβαν πόσο επικίνδυνος είναι ο γάτος. Κρύφτηκαν λοιπόν μέσα στις τρύπες τους και δεν ξαναβγήκαν.
Ο γάτος περίμενε μια, περίμενε δυο μέρες, περίμενε τρείς, αλλά κανένα ποντίκι δεν φαινότανε και αυτός άρχισε να πεινάει. 
Σκέφτηκε λοιπόν να τα ξεγελάσει και πηδώντας πάνω σ' ένα ξύλινο χοντρό καρφί, στον τοίχο, κρεμμάστηκε από αυτό και παρίστανε τον ψόφιο. 
Ύστερα από δυο-τρεις ώρες ένα ποντίκι, καθώς δεν άκουγε τις πατημασιές του γάτου, τόλμησε να μισοβγεί από την τρύπα του. Κοίταξε γύρω, είδε το γάτο που έκανε τον ψόφιο, και κατάλαβε τι είχε γίνει. 
- Άκουσε κυρ-γάτο του φώναξε. Και σακί να σε δω να γίνεις και να σε κρεμάσουν σε καρφί, εγώ δεν έρχομαι κοντά σου. 
Και κρύφτηκε πάλι, όσο το δυνατόν πιο βαθιά μπορούσε, μέσα στην τρύπα του.

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

To Αηδόνι του Αυτοκράτορα


"Στο ωραιότερο παλάτι του κόσμου, κάπου στην Κίνα, ζει ένας μελαγχολικός αυτοκράτορας.
Το παλάτι του, είναι φτιαγμένο από πορσελάνη, μα, παρ' όλη την ομορφιά του παλατιού, ο αυτοκράτορας μας, συνεχίζει να ζει μέσα στην μελαγχολία.
Κάποιο βράδυ, ένα αηδόνι μαγεμένο από την ομορφιά του παλατιού, άρχισε να τραγουδάει στον κήπο του.
Αυτό γινόταν κάθε βράδυ... το εξαίσιο κελάηδημά του, έφερνε δάκρυα στα μάτια σε όποιον το άκουγε.
Τραγουδούσε για την αγάπη, την ειρήνη, τις ομορφιές της φύσης και της μάνας γης. 

Μαγεμένος από το τραγούδι του, ο αυτοκράτορας άρχισε να χαμογελά και πάλι...αποφασίζει να φυλακίσει το αηδόνι...κι έτσι διατάζει να κλείσουν το αηδόνι σε ένα κλουβί, αφήνοντάς το όμως ελεύθερο, δύο φορές την ημέρα και μία τη νύχτα.
Όλη η χώρα μιλούσε για το όμορφο αηδόνι και τη μαγική φωνή του.
Η φήμη του αηδονιού, μάλιστα, ξεπέρασε τα σύνορα της Κίνας και ταξίδεψε και σε άλλες χώρες. 

Κάποια μέρα, ο αυτοκράτορας δέχεται ένα δώρο. Είναι ένα μηχανικό αηδόνι, τόσο όμορφο όσο και το αληθινό, που τραγουδάει το ίδιο μαγικά με το αληθινό και είναι στολισμένο με διαμάντια, ρουμπίνια και ζαφείρια. Ένα σημείωμα πάνω στο δώρο έγραφε: «Το αηδόνι του αυτοκράτορα της Κίνας δεν είναι τίποτα μπροστά σε αυτό του αυτοκράτορα της Ιαπωνίας».
 
Ο αυτοκράτορας βάζει τα δύο πουλιά να τραγουδήσουν μαζί.
Φυσικά, αυτό δεν γινόταν αφού το αληθινό τραγουδούσε με φυσικό τρόπο.
Το μηχανικό, αντίθετα, τραγουδούσε συνέχεια, χωρίς σταματημό.
Έτσι ο Αυτοκράτορας κράτησε το μηχανικό αηδόνι,και άφησε ελεύθερο το άλλο.
Στενοχωρημένο, το αληθινό αηδόνι επέστρεφε, χωρίς να το αντιληφθούν οι αυλικοί, στον κήπο.
O αυτοκράτορας θυμωμένος το εξόρισε από τη χώρα, ενώ την επομένη κιόλας παρουσίασε το μηχανικό αηδόνι στο λαό.

Ένας χρόνος πέρασε έτσι, όταν μια μέρα το μηχανικό αηδόνι χάλασε.
Ο αυτοκράτορας αρρώστησε βαριά, χωρίς τη μουσική που τόσο αγαπούσε.
Πέρασαν άλλα πέντε χρόνια, κι ο Θάνατος ήρθε να τον πάρει, θυμίζοντάς του ταυτόχρονα ό,τι καλό και κακό είχε κάνει.
Τότε, ακούστηκε ένα όμορφο τραγούδι απ' έξω. Ήταν το αληθινό αηδόνι που ήρθε να του δώσει ελπίδα. Ο Θάνατος έφυγε κι ο αυτοκράτορας έγινε καλά. Από τότε, κάθε βράδυ το αηδόνι τραγουδά έξω απ' το παράθυρό του"...

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2015

Η αλεπού και τα σταφύλια







Μια αλεπού πεινασμένη είδε πάνω σ' ένα δέντρο πλεγμένη μια κληματαριά γεμάτη χοντρόρωγα, κατακίτρινα σταφύλια. Τα ζήλεψε και πολύ επιθυμούσε να τα δοκιμάσει, μα πώς ν' ανεβεί. Οι αλεπούδες δεν είναι γατιά, να πιάνουνται με τα νύχια τους και ν' ανεβαίνουν όπου τους αρέσει. 
Ωστόσο, δοκίμασε κάμποσες φορές.
Πιάστηκε από δω, πιάστηκε από κει, τίποτα δεν κατάφερνε. Καθότανε μόνο κάτω,
σήκωνε τα μάτια της στα σταφύλια, τα κοίταζε καλά καλά κι ο καημός τους την 
έτρωγε. Στα κατατελευταία απελπισμένη, για να παρηγορηθεί, κορόιδεψε η ίδια τον
εαυτό της: 
- Δε βαριέσαι, δεν πειράζει, ας πάμε παρακάτω... Εξάλλου αυτά δεν τρώγουνται.
Αγίνωτα είναι ακόμη... 
Τα σταφύλια, ακούοντάς τη, μοιάζανε να την ειρωνεύονται να την περιγελούν.
- Ακούς εκεί... Είμαστε, λέει, αγίνωτα!... Εμείς, κυρα-αλεπού, αγίνωτα δεν είμαστε. Γλυκά σαν το μέλι είμαστε. Μα αφού δε μας φτάνεις, τι να πεις... μας λες αγίνωτα, για να ξεγελάσεις την ανημποριά σου!...


Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2015

Το Λιοντάρι και το Ποντίκι




Μια φορά ένα λιοντάρι κοιμότανε στη σπηλιά του. Είχε φάει αποβραδίς, ένα βόδι ολόκληρο, είχε πιεί μπόλικο νερό και τώρα είχε βυθιστεί στον ύπνο κι έβλεπε όνειρα λιονταρίσια.
Ξαφνικά, ένιωσε στον ύπνο του πως κάτι το γαργαλούσε, σαν να περπατούσε κάποιος - πολύ ελαφρά είν' αλήθεια - πάνω στο κορμί του. Άνοιξε τα μάτια του και τι να δει: ήταν ένα ποντίκι!
Θύμωσε τότε το ποντίκι που ένα τόσο ταπεινό και μικρούλικο ζωάκι τόλμησε να του χαλάσει την ησυχία του κι αρπάζοντάς το με το πόδι του, ετοιμάστηκε να το χάψει.
Αλλά το ποντίκι άρχισε να το παρακαλάει κλαίγοντας:
- Άφησέ με βασιλιά μου να ζήσω κι εγώ μπορεί μια μέρα να σου ξεπληρώσω την καλοσύνη που θα μου κάνεις.

Το λιοντάρι, που ήτανε πια χορτάτο και δεν μπορούσε να φάει ούτε έναν ποντικό, γέλασε με τα λόγια που άκουσε και είπε:
- Σου χαρίζω τη ζωή, μόλο που ποτέ δε θα μπορούσες εσύ να με βοηθήσεις!

Κάποτε όμως το λιοντάρι έπεσε σ' ένα λάκκο - παγίδα που είχαν ανοίξει κάποιοι κυνηγοί, κι εκείνοι του έδεσαν τα πόδια με χοντρά σκοινιά και το άφησαν για να πάνε στο χωριό τους να φέρουν κι άλλους ανθρώπους, να τους βοηθήσουν, για να το κουβαλήσουν, επειδή ήταν πολύ βαρύ.
Ύστερα από λίγη ώρα, έτυχε να περνάει από εκεί ο ποντικός και άκουσε βογκητά.
Κατέβηκε τότε στο λάκκο, είδε το δεμένο λιοντάρι και το γνώρισε.
- Κάποτε μου χάρισες τη ζωή, του είπε. Τώρα θα σου ξεπληρώσω την καλοσύνη σου και θα σε ελευθερώσω.
- Εσύ θα με ελευθερώσεις; Ρώτησε απορώντας το λιοντάρι. Πώς είναι δυνατό;
- Τώρα θα δεις είπε το ποντίκι.

Κι άρχισε, με τα σουβλερά του δόντια, να ροκανίζει τα χοντρά σκοινιά, που έδεναν τα πόδια του λιονταριού.
Ύστερα από τρεις-τέσσερις ώρες, τα σκοινιά ήταν κομμένα και το λιοντάρι μπόρεσε, μ' ένα πήδημα, να βγει από το λάκκο - παγίδα.
Δεν έφυγε όμως αμέσως, γιατί περίμενε να σκαρφαλώσει και το ποντίκι απάνω, μια που κι αυτό δεν μπορούσε να βγει μ' ένα πήδημα.
-Σ' ευχαριστώ πολύ! Του είπε συγκινημένο το λιοντάρι.
-Σου είχα υποσχεθεί πως θα ξεπλήρωνα την καλοσύνη που μου έκανες, και κράτησα την υπόσχεσή μου, αποκρίθηκε το ποντίκι. Τότε γέλασες μαζί μου, γιατί δεν πίστευες πως εγώ, ένα μικρό και αδύνατο ποντίκι, θα μπορούσα να βοηθήσω εσένα, το βασιλιά των αγριμιών. Πρέπει να ξέρεις, όμως, πως κι οι πιο αδύνατοι μπορούν να ξεπληρώσουν το καλό που κάνουν οι δυνατότεροί τους.



Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

Η αλεπού κι ο ξυλοκόπος





Μια φορά μια αλεπού, κυνηγημένη από τους κυνηγούς, συνάντησε έναν ξυλοκόπο και τον θερμοπαρακάλεσε να την κρύψει. Ο ξυλοκόπος τότε της έδειξε την καλύβα του και της συμβούλεψε να κρυφτεί μέσα σ’ αυτή. Ύστερα από λίγο έφτασαν οι κυνηγοί και τον ρώτησαν, αν είδε καμία αλεπού. Εκείνος του είπε πως «δεν είδε» αλλά με το χέρι του τους έδειχνε που είναι κρυμμένη.
Οι κυνηγοί δεν κατάλαβαν την κίνηση του χεριού του και πίστεψαν τα λόγια του. Η αλεπού, σαν είδε τους κυνηγούς να φεύγουν, βγήκε από την καλύβα χωρίς να χαιρετήσει τον ξυλοκόπο. Αυτός παραπονέθηκε γιατί εκείνη δεν του έδειξε καθόλου ευγνωμοσύνη, που την έσωσε. Κι η αλεπού τ’ απάντησε: «Θα σε ευχαριστούσα, αν τα έργα σου του χεριού σου ήταν όμοια με τα λόγια σου».


Ο μύθος μας διδάσκει πως υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που με τα λόγια τους κάνουν τον τίμιο, ενώ με τα έργα τους δείχνουν την προστυχιά τους.



Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

Ο λαγός και η χελώνα


Ένα ανοιξιάτικο πρωινό ένας λαγός είχε βγει έξω από την φωλιά του και έτρωγε φρέσκο χορταράκι. Καθώς έτρωγε, είδε μια χελώνα να περνάει λίγο πιο μακριά και του φάνηκε τόσο αστείο το περπάτημα της, που άρχισε να την κοροϊδεύει ότι ήταν πιο αργή και από τα σαλιγκάρια. Η χελώνα σταμάτησε, γύρισε προς τον λαγό και του είπε: Τι θα έλεγες να τρέξουμε σε ένα αγώνα δρόμου για να δούμε ποιος είναι πιο γρήγορος από τους δυο; Αυτό ήταν! Ο λαγός έπεσε κάτω και άρχισε να χτυπιέται από τα γέλια. Βλέποντας όμως ότι η χελώνα παρέμενε σοβαρή, κατάλαβε ότι δεν του το είπε για αστείο και έτσι δέχτηκε την πρόκληση. Η αλεπού ως καταλληλότερη, όρισε το σημείο που θα ξεκινούσαν, την διαδρομή και το σημείο τερματισμού.
Ο αγώνας ορίστηκε για το επόμενο πρωινό και πράγματι, οι δύο διαγωνιζόμενοι καθώς και πολλά ζώα του δάσους βρίσκονταν πρωί πρωί στην αφετηρία. Η αλεπού έδωσε το σύνθημα και ο αγώνας ξεκίνησε. Η χελώνα χωρίς να χάσει χρόνο άρχισε να περπατάει, αργά βέβαια, και ήδη είχε καλύψει τα πρώτα εκατοστά της διαδρομής. Ο λαγός βλέποντας τον ρυθμό της αντιπάλου του, και νυστάζοντας μιας και ήταν πολύ πρωί, σκέφτηκε να κοιμηθεί λιγάκι και όταν ξυπνήσει θα έτρεχε όπως μόνο αυτός μπορεί και θα τερμάτιζε σίγουρα πρώτος. Έτσι η χελώνα συνέχισε να περπατάει, στην ορισμένη από την αλεπού διαδρομή, ενώ ο λαγός το έριξε στον ύπνο.
Πέρασε αρκετή ώρα και κάποια στιγμή ο λαγός ξύπνησε. Καιρός για τρέξιμο είπε και ξεκίνησε. Παραξενεύτηκε πολύ που δεν συναντούσε την χελώνα και για μια στιγμή σκέφτηκε ότι θα είχε εγκαταλείψει τον αγώνα αφού έτσι κι αλλιώς τον είχε χαμένο από χέρι. Περισσότερο όμως ξέρετε πότε παραξενεύτηκε; Όταν έφτασε στο σημείο τερματισμού και είδε την χελώνα να τον περιμένει μασώντας ένα φυλλαράκι και έχοντας μια έκφραση θριάμβου στο πρόσωπο της. Έτσι η χελώνα κέρδισε τον λαγό σε αγώνα δρόμου, όχι βέβαια γιατί τρέχει πιο γρήγορα από αυτόν, αλλά γιατί παρέμεινε πιστή στον σκοπό της και δεν έδειξε όπως ο λαγός αλαζονεία.


Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

Ο Ψεύτης Βοσκός


Ήταν κάποτε ένας βοσκός που είχε ένα κοπάδι με αρκετά πρόβατα και ένα μαντρί έξω από το χωριό του. Κάθε πρωί, οδηγούσε τα πρόβατα σε ένα καταπράσινο λόφο κοντά στο μαντρί και τα άφηνε να βοσκήσουν με την ησυχία τους.
Συνήθως περνούσε την ώρα του παίζοντας με την φλογέρα του, αλλά να που μια μέρα την ξέχασε στο μαντρί. Μη έχοντας τί να κάνει, σκέφτηκε να σκαρώσει μια φάρσα στους συγχωριανούς του. Ανέβηκε σε ένα βράχο και άρχισε να φωνάζει προς την κατεύθυνση του χωριού. «Βοήθεια συγχωριανοί, λύκοι στα πρόβατα μου. Τρέξτε. Βοήθεια!»Οι άντρες του χωριού άρπαξαν ό,τι βρήκαν μπροστά τους και έτρεξαν να βοηθήσουν τον βοσκό, που μόλις τους είδε άρχισε να γελάει με το πάθημά τους.
Ο βοσκός, όπως φαίνεται, βρήκε πολύ αστείο αυτό που έκανε, αφού το επανέλαβε 2-3 φορές ακόμα και κάθε φορά οι συγχωριανοί του έτρεχαν να τον βοηθήσουν. Να όμως που μια μέρα, μια αγέλη πεινασμένων λύκων όρμισαν στο κοπάδι του βοσκού και άρχισαν να το ξεκληρίζουν. Τρομαγμένος ο βοσκός έβαλε τις φωνές και καλούσε σε βοήθεια: «Βοήθεια συγχωριανοί. Λύκοι τρώνε τα πρόβατά μου. Τρέξτε. Βοήθεια!» Κανείς όμως δεν πήγε να τον βοηθήσει αφού όλοι νομίζανε οτι για άλλη μια φορά ήθελε να γελάσει μαζί τους.
Εκείνη την φορά οι μόνοι που γέλασαν ήταν οι λύκοι. Βρήκαν πρώτης τάξεως φαγητόκαι το έφαγαν με την ησυχία τους. Μόνο ένας ανθρωπος εκεί κοντά κάτι φώναζε αλλά όπως είναι γνωστό οι λύκοι δεν γνωρίζουν την ανθρώπινη γλώσσα για να καταλάβουν τί έλεγε και έτσι συνέχισαν ανενόχλητοι το φαί τους .
Αυτά παθαίνει λοιπόν, όποιος λέει ψέματα!


Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

Η Κοκκινοσκουφίτσα


Η Κοκκινοσκουφίτσα είναι χαρακτήρας του ομώνυμου παραμυθιού, στο οποίο ένα κοριτσάκι έρχεται αντιμέτωπο με τον κακό λύκο.
Η πιο γνωστή έκδοση του παραμυθιού σήμερα είναι αυτή που γράφτηκε από τους Αδελφούς Γκριμ, ανάμεσα στα άλλα παραμύθια που κατέγραψαν μεταξύ των ετών 1812 -1857, ενώ προγενέστερα το παραμύθι είχε καταγραφεί από τον Σαρλ Περό (Charles Perrault) το 1697.

Στο παραμύθι, η Κοκκινοσκουφίτσα, ένα κοριτσάκι με κόκκινο παλτό και σκούφο, πηγαίνει φαγητό στη γιαγιά της στο δάσος. Ο κακός λύκος την συναντά και προσπαθεί να την καθυστερήσει, δείχνοντάς της ένα λιβάδι με λουλούδια για να πάει μερικά στη γιαγιά της. Έτσι, ο λύκος φτάνει πρώτος στη γιαγιά της, την τρώει, μα λόγω της τρομερής του πείνας την καταπίνει ζωντανή. Έπειτα, ο λύκος στήνει παγίδα στην Κοκκινοσκουφίτσα μεταμφιεσμένος ως η γιαγιά της. Η Κοκκινοσκουφίτσα φτάνει και ο λύκος την καταπίνει και αυτήν. Στο τέλος όμως, ένας περαστικός κυνηγός φτάνει πάνω στην ώρα, σκοτώνει τον λύκο, βγάζει την Κοκκινοσκουφίτσα και την γιαγιά της από την κοιλιά του και τις σώζει.
Σύμφωνα με την εκδοχή του παραμυθιού από τον Σαρλ Περό, αυτό ολοκληρώνεται όταν ο λύκος φάει την Κοκκινοσκουφίτσα και δεν έχει ευτυχισμένο τέλος. Επίσης, συμπληρώνεται με το ηθικό δίδαγμα ότι τα νέα και όμορφα κορίτσια δεν πρέπει να μιλούν σε ξένους, ώστε να αποφεύγουν τους κακόβουλους ανθρώπους.
Επίσης, στην αρχική εκδοχή της Κοκκινοσκουφίτσας από τους αδελφούς Γκριμ, η Κοκκινοσκουφίτσα συναντά αργότερα και δεύτερο λύκο, σε ένα είδους υστερόγραφο του παραμυθιού. Την δεύτερη φορά αποφεύγει τις κακοτοπιές, καθώς αναγνωρίζει ότι ο λύκος προσπαθεί να την ξεγελάσει και δεν ακούει τις προτροπές του.



Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα

Μία κρύα Παραμονή Πρωτοχρονιάς, οι κάτοικοι μιας χιονισμένης πόλης - χαρούμενοι και ζεστά ντυμένοι, φορτωμένοι με ψώνια και δώρα - βάδιζαν βιαστικοί προς τα γιορτινά τους σπίτια, αγνοώντας μία μικρή ορφανή πλανόδια πωλήτρια. Με σβησμένη φωνή, ψιθύριζε αχνά πως δεν ζητιάνευε αλλά πως πουλούσε σπίρτα για να ζήσει. Τότε μια άμαξα πέρασε γρήγορα και η μικρή μόλις που πρόλαβε να τραβηχτεί στην άκρη του δρόμου. Το ένα της τσόκαρο τινάχτηκε μακριά - ένα αγόρι κουκουλωμένο ζεστά το πήρε και έφυγε τρέχοντας - ενώ τα σπίρτα έπεσαν από την ποδιά της και σκορπίστηκαν στον υγρό δρόμο. Το κοριτσάκι γονάτισε στο χιόνι και άρχισε να μαζεύει ένα-ένα τα μουσκεμένα σπίρτα. Αυτά ήταν όλο το βιος και όλος ο κόσμος της, αφού γονείς, σπίτι, οικογένεια ήταν μία μακρινή ανάμνηση γι' αυτή.
Έκανε παγωνιά, αλλά φοβόταν να γυρίσει στην τρώγλη της καθώς ο πατέρας της θα την χτυπούσε μην έχοντας πουλήσει τα σπίρτα. Σε κάποιο παράθυρο είδε ένα στολισμένο δωμάτιο και μία τρυφερή μανούλα να ταΐζει με στοργή και απέραντη αγάπη την κορούλα της. Τότε βούρκωσε. Αποκαμωμένη και μελαγχολική βρήκε καταφύγιο σε μια γωνιά και άναψε ένα σπίρτο για να ζεσταθεί. Στην λάμψη τους είδε αρκετά υπέροχα οράματα, συμπεριλαμβανομένων ενός χριστουγεννιάτικου δέντρου και γιορτινών διακοπών. Το κορίτσι κοίταξε προς τον ουρανό είδε ένα πεφταστέρι και θυμήθηκε την αποθανούσα γιαγιά της να λέει πως ένα τέτοιο αστέρι σημαίνει πως κάποιος πέθανε και πάει στον παράδεισο. Καθώς άναψε το επόμενο σπίρτο είδε ένα όραμα με την γιαγιά της, ο μόνος άνθρωπος που την αντιμετώπισε με καλοσύνη και αγάπη. Άναβε το ένα σπίρτο μετά το άλλο για να κρατήσει το όραμα της γιαγιάς κοντά της για όσο περισσότερο μπορούσε.
Το κοριτσάκι πέθανε και η γιαγιά της μετέφερε το πνεύμα της στον παράδεισο. Το επόμενο πρωί περαστικοί βρήκαν το νεκρό παιδί στην γωνιά, τριγυρισμένο από αναρίθμητα καμένα σπίρτα.